εφησυχαστικός
•
- που έχει σχέση με τον εφησυχασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφησυχαστικός < εφησυχάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφησυχαστικός | εφησυχαστική | εφησυχαστικό |
| Γενική | εφησυχαστικού | εφησυχαστικής | εφησυχαστικού |
| Αιτιατική | εφησυχαστικό | εφησυχαστική | εφησυχαστικό |
| Κλητική | εφησυχαστικέ | εφησυχαστική | εφησυχαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφησυχαστικοί | εφησυχαστικές | εφησυχαστικά |
| Γενική | εφησυχαστικών | εφησυχαστικών | εφησυχαστικών |
| Αιτιατική | εφησυχαστικούς | εφησυχαστικές | εφησυχαστικά |
| Κλητική | εφησυχαστικοί | εφησυχαστικές | εφησυχαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →