Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφησυχαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εφησυχασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφησυχαστικός < εφησυχάζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφησυχαστικόςεφησυχαστικήεφησυχαστικό
Γενικήεφησυχαστικούεφησυχαστικήςεφησυχαστικού
Αιτιατικήεφησυχαστικόεφησυχαστικήεφησυχαστικό
Κλητικήεφησυχαστικέεφησυχαστικήεφησυχαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφησυχαστικοίεφησυχαστικέςεφησυχαστικά
Γενικήεφησυχαστικώνεφησυχαστικώνεφησυχαστικών
Αιτιατικήεφησυχαστικούςεφησυχαστικέςεφησυχαστικά
Κλητικήεφησυχαστικοίεφησυχαστικέςεφησυχαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →