εφησυχάζω
•
- αμετάβατοπαύω να ανησυχώ για κάτι και έτσι δε βρίσκομαι σε ετοιμότητα να αντιδράσω Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάποιον να πάψει να ανησυχεί και να μη βρίσκεται σε ετοιμότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφησυχάζω < ελληνιστική κοινή ἐφησυχάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →