Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφιάλτης

/e.fiˈal.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τρομαχτικό όνειρο Βικιλεξικό
    • Οι συγγραφείς ερευνούν και γράφουν για τον ονειροχρόνο και την ονειρική γεωγραφία, τους ονειροναύτες, το συνειδητό ονείρεμα, το διαλογισμό του ονείρου, τα αρχέτυπα, τη δραματοθεραπεία, τα αποκαλυπτικά όνειρα, την ονειρική γιόγκα, την ονείρωξη, τους εφιάλτες κ.α (Ο μαγικός κόσμος των ονείρων, εκδ. Αρχέτυπο, 2023 https://www.politeianet.gr/books/9789604210015-sullogiko-archetupo-o-magikos-kosmos-ton-oneiron-75730)
  2. κατ’ επέκτασηκάτι πολύ δυσάρεστο ή απειλητικό Βικιλεξικό
    • Για μία ακόμη φορά το ζευγάρι των ηλικιωμένων στη Χαλκιδική βρίσκεται κάτω από τον εφιάλτη της έξωσης από το σπίτι που ζουν. (Χαλκιδική: Επέστρεψε ο εφιάλτης της έξωσης για ζευγάρι ηλικιωμένων – Τους πέταξαν έξω τα πράγματά τους, in.gr, 26/5/2025 https://www.in.gr/2025/05/26/greece/xalkidiki-epestrepse-o-efialtis-tis-eksosis-gia-zeygari-ilikiomenon-tous-petaksan-ekso-ta-pragmata-tous/)

Ετυμολογία

εφιάλτης < αρχαία ελληνική ἐφιάλτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεφιάλτηςεφιάλτες
Γενικήεφιάλτηεφιαλτών
Αιτιατικήεφιάλτηεφιάλτες
Κλητικήεφιάλτηεφιάλτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →