εφιαλτικός
•
- που δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και φόβο, σαν να βλέπει κάποιος εφιάλτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφιαλτικός < ελληνιστική κοινή ἐφιαλτικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cauchemardesque)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφιαλτικός | εφιαλτική | εφιαλτικό |
| Γενική | εφιαλτικού | εφιαλτικής | εφιαλτικού |
| Αιτιατική | εφιαλτικό | εφιαλτική | εφιαλτικό |
| Κλητική | εφιαλτικέ | εφιαλτική | εφιαλτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφιαλτικοί | εφιαλτικές | εφιαλτικά |
| Γενική | εφιαλτικών | εφιαλτικών | εφιαλτικών |
| Αιτιατική | εφιαλτικούς | εφιαλτικές | εφιαλτικά |
| Κλητική | εφιαλτικοί | εφιαλτικές | εφιαλτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →