ἑφτάψυχος
•
- καθαρεύουσαεφτάψυχος, που πεθαίνει δύσκολα Βικιλεξικό
- Ἑφτάψυχος ὁ δυσθανὴς - ὁ λυτρόνων ἐξ ἀσθενειῶν καὶ μάλιστα εἰς γεροντικὴν ἡλικίαν · λέγεται γενικῶς « ἡ γάτα ἡ ἑφτάψυχη » διότι παραδέχονται ὅτι ἡ γαλῆ εἶνε τόσον δυσθανὴς ὥστε ἔχει ἑφτὰ ψυχάς (Νεοελληνικά Ανάλεκτα, Φιλολογικός σύλλογος Παρνασσός, Τόμος Β΄, Αθήνα, 1874, σελ. 199)
- Περισσότερα μάλιστα ἀγόρια ―πόσα χαδευμένα καὶ μοναχογέννητα!― ἀποθνήσκουν ἄωρα. Τὰ κορίτσια εἶν᾽ ἑφτάψυχα, ἐφρόνει ἡ γραῖα. Δυσκόλως ἀρρωστοῦν, καὶ σπανίως ἀποθνήσκουν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο Ε, 1903)
Ετυμολογία
ἑφτάψυχος < ἑφτά + ψυχή. Μορφολογικά αναλύεται σε εφτά- + -ψυχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ἑφτάψυχος | ἑφτάψυχη | ἑφτάψυχον |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →