εχέγγυος
•
- που έχει ή που μπορεί να παρέχει εγγύηση Βικιλεξικό
- Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
Ετυμολογία
εχέγγυος < αρχαία ελληνική ἐχέγγυος < ἔχω + ἔγγυος < ἐγγύη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εχέγγυος | εχέγγυα | εχέγγυο |
| Γενική | εχέγγυου | εχέγγυας | εχέγγυου |
| Αιτιατική | εχέγγυο | εχέγγυα | εχέγγυο |
| Κλητική | εχέγγυε | εχέγγυα | εχέγγυο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εχέγγυοι | εχέγγυες | εχέγγυα |
| Γενική | εχέγγυων | εχέγγυων | εχέγγυων |
| Αιτιατική | εχέγγυους | εχέγγυες | εχέγγυα |
| Κλητική | εχέγγυοι | εχέγγυες | εχέγγυα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →