Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φερέγγυος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αξιόπιστος, αξιόχρεος Βικιλεξικό
    • φερέγγυος ομιλητής
    • φερέγγυος δανειολήπτης ή οφειλέτης

Ετυμολογία

φερέγγυος < αρχαία ελληνική φερέγγυος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφερέγγυοςφερέγγυαφερέγγυο
Γενικήφερέγγυουφερέγγυαςφερέγγυου
Αιτιατικήφερέγγυοφερέγγυαφερέγγυο
Κλητικήφερέγγυεφερέγγυαφερέγγυο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφερέγγυοιφερέγγυεςφερέγγυα
Γενικήφερέγγυωνφερέγγυωνφερέγγυων
Αιτιατικήφερέγγυουςφερέγγυεςφερέγγυα
Κλητικήφερέγγυοιφερέγγυεςφερέγγυα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →