εχθροπάθεια
•
- έντονα αρνητικά συναισθήματα που νιώθει κάποιος για τον εχθρό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εχθροπάθεια < εχθρ(ός) + -ο- + -πάθεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εχθροπάθεια | εχθροπάθειες |
| Γενική | εχθροπάθειας | — |
| Αιτιατική | εχθροπάθεια | εχθροπάθειες |
| Κλητική | εχθροπάθεια | εχθροπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →