εχθρός
•
- ο αντίπαλος, αυτός που επιχειρεί με πολεμικά μέσα να πετύχει στόχο που δεν είναι επιθυμητός από άλλους Βικιλεξικό
- Ο Ίστμαν σχολίαζε την παραδοξότητα της αντιπαράθεσης εναντίον ενός εχθρού, με τον οποίο την επομένη μπορεί να συμβίωνες αρμονικά ή να συνεργαζόσουν (Λουκιανός Χασιώτης, «Γεια σας, εγγλεζάκια!» Βρετανοί στρατιώτες στην Ελλάδα 1941-45, 2019)
- αυτός που προσπαθεί να βλάψει άλλους ή να τους εμποδίσει από το να επιτύχουν κάποιο σκοπό Βικιλεξικό
- αυτός που ενεργεί από μίσος για άλλον, που κάνει κινήσεις που θα έχουν αρνητικές συνέπειες για το υποκείμενο του μίσους του Βικιλεξικό
- αυτός που δεν συμφιλιώνεται με κάτι άλλο, που δεν μπορεί να συνυπάρξει μαζί του Βικιλεξικό
- ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο
Ετυμολογία
εχθρός < αρχαία ελληνική ἐχθρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εχθρός | εχθροί |
| Γενική | εχθρού | εχθρών |
| Αιτιατική | εχθρό | εχθρούς |
| Κλητική | εχθρέ | εχθροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →