εωθινός
•
- πρωινός Βικιλεξικό
- ἀντὶ δὲ τοῦ ᾄσματος τῶν χελιδόνων καὶ τῶν κούκων τῆς ἀνοίξεως, τὸ ἑωθινὸν κελάδημα τῶν σαλεπτσήδων τοῦ φθινοπώρου, καὶ τῶν κούκων τῆς Βουλῆς. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
εωθινός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐωθινός < ἕως / ἠώς (αυγή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εωθινός | εωθινή / εωθινη | εωθινο / εωθινό |
| Γενική | εωθινού | εωθινής | εωθινού |
| Αιτιατική | εωθινό | εωθινή | εωθινό |
| Κλητική | εωθινέ | εωθινή | εωθινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εωθινοί | εωθινές | εωθινά |
| Γενική | εωθινών | εωθινών | εωθινών |
| Αιτιατική | εωθινούς | εωθινές | εωθινά |
| Κλητική | εωθινοί | εωθινές | εωθινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →