Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθρινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπρωινός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθρινός < ελληνιστική κοινή ὀρθρινός < αρχαία ελληνική ὄρθρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθρινόςορθρινήορθρινό
Γενικήορθρινούορθρινήςορθρινού
Αιτιατικήορθρινόορθρινήορθρινό
Κλητικήορθρινέορθρινήορθρινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθρινοίορθρινέςορθρινά
Γενικήορθρινώνορθρινώνορθρινών
Αιτιατικήορθρινούςορθρινέςορθρινά
Κλητικήορθρινοίορθρινέςορθρινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →