εύανδρος
•
- αρχαιοπρεπέςπου γεννά γενναίους και ένδοξους άνδρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύανδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὔανδρος < εὖ + ἀνήρ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύανδρος | εύανδρη / εύανδρος | εύανδρο |
| Γενική | ευάνδρου / εύανδρου | ευάνδρου / εύανδρης | ευάνδρου / εύανδρου |
| Αιτιατική | εύανδρο | εύανδρη / εύανδρο | εύανδρο |
| Κλητική | εύανδρε | εύανδρε / εύανδρη | εύανδρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύανδροι | εύανδρες / εύανδροι | εύανδρα |
| Γενική | ευάνδρων / εύανδρων | ευάνδρων / εύανδρων | ευάνδρων / εύανδρων |
| Αιτιατική | ευάνδρους / εύανδρους | ευάνδρους / εύανδρες | εύανδρα |
| Κλητική | εύανδροι | εύανδρες / εύανδροι | εύανδρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →