άνδρας
•
- ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου που ηλικιακά έχει ξεπεράσει την εφηβεία, κατ᾿ αντιδιαστολή προς την γυναίκα ή το παιδί Βικιλεξικό
- Σταμάτα να κάνεις αυτές τις χαζομάρες κάθε μέρα! Είσαι ολόκληρος άνδρας, πλέον, για να παιδιαρίζεις έτσι συνεχώς!
- ο σύζυγος Βικιλεξικό
- Τηλεφώνησε ο άνδρας της πριν πέντε λεπτά και είπε ότι θα καθυστερήσει λίγο να έρθει, διότι βρήκε κίνηση στο δρόμο
- κατ’ επέκτασηαυτός που έχει τις θετικές ιδιότητες που παραδοσιακά αποδίδονται στους άντρες, όπως η αποφασιστικότητα, η λεβεντιά, η γενναιότητα κ.τ.π. Βικιλεξικό
- Φέρσου σαν άνδρας μια φορά, επιτέλους! Πάντα λουφάζεις σα γυναικούλα μπροστά του!
- στρατιωτικός όροςάνδρας που αποτελεί μέλος στρατιωτικού σώματος Βικιλεξικό
- Ο λοχαγός παρέταξε τους άνδρες της φρουράς μπροστά από την είσοδο του κτηρίου.
- μέλος ομάδας, συνήθως ένστολης Βικιλεξικό
- Οι άνδρες της ομάδας διάσωσης δυσκολεύτηκαν να προσεγγίσουν το σημείο που βρίσκονταν οι τραυματισμένοι ορειβάτες.
Ετυμολογία
άνδρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄνδρας και λόγια επίδραση στο άντρας (δημοτική) με [nd] > [nð]. Περισσότερα στο άντρας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνδρας | άνδρες |
| Γενική | άνδρα / ανδρός | ανδρών |
| Αιτιατική | άνδρα | άνδρες |
| Κλητική | άνδρα | άνδρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →