Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύκαιρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωποπου ευκαιρεί, που έχει διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο για κάτι Βικιλεξικό
  2. για πράγμαπου είναι διαθέσιμο για χρήση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύκαιρος < αρχαία ελληνική εὔκαιρος < εὖ + καιρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύκαιροςεύκαιρηεύκαιρο
Γενικήεύκαιρουεύκαιρηςεύκαιρου
Αιτιατικήεύκαιροεύκαιρηεύκαιρο
Κλητικήεύκαιρεεύκαιρηεύκαιρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύκαιροιεύκαιρεςεύκαιρα
Γενικήεύκαιρωνεύκαιρωνεύκαιρων
Αιτιατικήεύκαιρουςεύκαιρεςεύκαιρα
Κλητικήεύκαιροιεύκαιρεςεύκαιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →