εύκαιρος
•
- για άνθρωποπου ευκαιρεί, που έχει διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο για κάτι Βικιλεξικό
- για πράγμαπου είναι διαθέσιμο για χρήση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύκαιρος < αρχαία ελληνική εὔκαιρος < εὖ + καιρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύκαιρος | εύκαιρη | εύκαιρο |
| Γενική | εύκαιρου | εύκαιρης | εύκαιρου |
| Αιτιατική | εύκαιρο | εύκαιρη | εύκαιρο |
| Κλητική | εύκαιρε | εύκαιρη | εύκαιρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύκαιροι | εύκαιρες | εύκαιρα |
| Γενική | εύκαιρων | εύκαιρων | εύκαιρων |
| Αιτιατική | εύκαιρους | εύκαιρες | εύκαιρα |
| Κλητική | εύκαιροι | εύκαιρες | εύκαιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →