εύκρατος
•
- γεωγραφίαπου το κλίμα του είναι ήπιο, με μέτριες θερμοκρασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύκρατος < αρχαία ελληνική εὔκρατος < εὖ + κεράννυμι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύκρατος | εύκρατη | εύκρατο |
| Γενική | εύκρατου | εύκρατης | εύκρατου |
| Αιτιατική | εύκρατο | εύκρατη | εύκρατο |
| Κλητική | εύκρατε | εύκρατη | εύκρατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύκρατοι | εύκρατες | εύκρατα |
| Γενική | εύκρατων | εύκρατων | εύκρατων |
| Αιτιατική | εύκρατους | εύκρατες | εύκρατα |
| Κλητική | εύκρατοι | εύκρατες | εύκρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →