ευκρασία
•
- μετεωρολογίαη ιδιότητα του εύκρατου, το να είναι εύκρατο το κλίμα Βικιλεξικό
- λόγιοη καλή κράση, καλή υγεία, καλή φυσική κατάσταση του οργανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευκρασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐκρασία < εὔκρατος < εὖ (ευ-) + κεράννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱerh₂- < *ḱer- (αυξάνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευκρασία | ευκρασίες |
| Γενική | ευκρασίας | ευκρασιών |
| Αιτιατική | ευκρασία | ευκρασίες |
| Κλητική | ευκρασία | ευκρασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →