Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύσχημος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοευπαρουσίαστος Βικιλεξικό
  2. λόγιοευλογοφανής, λογικοφανής, δικαιολογημένος, πειστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύσχημος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὔσχημος < αρχαία ελληνική εὐσχήμων < εὖ + σχῆμα < ἔχω. Συγχρονικά αναλύεται σε εύ- + -σχημος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύσχημοςεύσχημηεύσχημο
Γενικήεύσχημουεύσχημηςεύσχημου
Αιτιατικήεύσχημοεύσχημηεύσχημο
Κλητικήεύσχημεεύσχημηεύσχημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύσχημοιεύσχημεςεύσχημα
Γενικήεύσχημωνεύσχημωνεύσχημων
Αιτιατικήεύσχημουςεύσχημεςεύσχημα
Κλητικήεύσχημοιεύσχημεςεύσχημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →