σχήμα
•
- η μορφή ενός πράγματος ή σώματος, το εξωτερικό του περίγραμμα Βικιλεξικό
- έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
- γεωμετρίαη μορφή, η περίμετρος ενός σχεδιάσματος ή η εξωτερική επιφάνεια στερεού σώματος Βικιλεξικό
- το σχέδιο Βικιλεξικό
- τυπογραφίαοι κανονικές διαστάσεις ενός εντύπου, το πρότυπο Βικιλεξικό
- μεταφορικάη συνεργασία ή συνδυασμός δύο ή περισσότερων ατόμων για κάποιο σκοπό Βικιλεξικό
- μουσικό σχήμα
- διαδίκτυοscheme: το τμήμα μίας διεύθυνσης URL που υποδεικνύει το πρωτόκολλο (protocol) επικοινωνίας (π.χ. http, ftp για τα πρωτόκολλα HTTP, FTP) ή το είδος του πόρου (π.χ. file) Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνschema: (στο σχεσιακό μοντέλο) έχει δύο έννοιες: Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνschema: (στο σχεσιακό μοντέλο) έχει δύο έννοιες: Βικιλεξικό
- το σχήμα μιας σχεσιακής βάσης δεδομένων είναι μια συλλογή από σχήματα σχέσεων
- θρησκείατο ράσο Βικιλεξικό
- θρησκείατο αξίωμα του μοναχού ή κληρικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχήμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχῆμα < ἔχω (σε κάποιες σημασίες ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Format) :* για την περιγραφή των συνόλων < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική forme :* για τον θρησκευτικούς όρους < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική σχῆμα < αρχαία ελληνική σχῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχήμα | σχήματα |
| Γενική | σχήματος | σχημάτων |
| Αιτιατική | σχήμα | σχήματα |
| Κλητική | σχήμα | σχήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →