ζάλη
•
- προσωρινή μείωση της αίσθησης της ισορροπίας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη νοητική σύγχυση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αναστάτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζάλη < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάλη | ζάλες |
| Γενική | ζάλης | ζαλών |
| Αιτιατική | ζάλη | ζάλες |
| Κλητική | ζάλη | ζάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →