ζαλίζω
•
- προκαλώ σε κάποιον ζάλη, ζαλάδα, ίλιγγο και αίσθηση απώλειας της ισορροπίας Βικιλεξικό
- Το φως της μέρας ζάλισε τη Φρόσω. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
- προκαλώ σε κάποιον πνευματική κόπωση και θολούρα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σκεφτεί καθαρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαλίζω < μεσαιωνική ελληνική < ζάλη + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζαλίζω | ζαλίζεις | ζαλίζει | ζαλίζουμε | ζαλίζετε | ζαλίζουν / ζαλίζουνε |
| Παρατατικός | ζάλιζα | ζάλιζες | ζάλιζε | ζαλίζαμε | ζαλίζατε | ζάλιζαν / ζαλίζαν / ζαλίζανε |
| Αόριστος | ζάλισα | ζάλισες | ζάλισε | ζαλίσαμε | ζαλίσατε | ζάλισαν / ζαλίσαν / ζαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ζαλίζω / θα ζαλίσω | θα ζαλίζεις / θα ζαλίσεις | θα ζαλίζει / θα ζαλίσει | θα ζαλίζουμε / θα ζαλίσουμε | θα ζαλίζετε / θα ζαλίσετε | θα ζαλίζουν / θα ζαλίζουνε / θα ζαλίσουν / θα ζαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζαλίσει | έχεις ζαλίσει | έχει ζαλίσει | έχουμε ζαλίσει | έχετε ζαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζαλίσει | είχες ζαλίσει | είχε ζαλίσει | είχαμε ζαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζαλίσει / να ζαλίζω / να ζαλίσω | να έχεις ζαλίσει / να ζαλίζεις / να ζαλίσεις | να έχει ζαλίσει / να ζαλίζει / να ζαλίσει | να έχουμε ζαλίσει / να ζαλίζουμε / να ζαλίσουμε | να έχετε ζαλίσει / να ζαλίζετε / να ζαλίσετε | να ζαλίζουν / να ζαλίζουνε / να ζαλίσουν / να ζαλίσουνε |
| Προστακτική | — | ζάλιζε / ζάλισε | — | — | ζαλίζετε / ζαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →