ζάπλουτος
•
- επιτατικό επίθετοπάρα πολύ πλούσιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζάπλουτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζάπλουτος < ζά- + πλοῦτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάπλουτος | ζάπλουτη | ζάπλουτο |
| Γενική | ζάπλουτου | ζάπλουτης | ζάπλουτου |
| Αιτιατική | ζάπλουτο | ζάπλουτη | ζάπλουτο |
| Κλητική | ζάπλουτε | ζάπλουτη | ζάπλουτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάπλουτοι | ζάπλουτες | ζάπλουτα |
| Γενική | ζάπλουτων | ζάπλουτων | ζάπλουτων |
| Αιτιατική | ζάπλουτους | ζάπλουτες | ζάπλουτα |
| Κλητική | ζάπλουτοι | ζάπλουτες | ζάπλουτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →