Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάμπλουτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοπάρα πολύ πλούσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάμπλουτος < αρχαία ελληνική πάμπλουτος < πᾶς + πλοῦτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάμπλουτοςπάμπλουτηπάμπλουτο
Γενικήπάμπλουτουπάμπλουτηςπάμπλουτου
Αιτιατικήπάμπλουτοπάμπλουτηπάμπλουτο
Κλητικήπάμπλουτεπάμπλουτηπάμπλουτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάμπλουτοιπάμπλουτεςπάμπλουτα
Γενικήπάμπλουτωνπάμπλουτωνπάμπλουτων
Αιτιατικήπάμπλουτουςπάμπλουτεςπάμπλουτα
Κλητικήπάμπλουτοιπάμπλουτεςπάμπλουτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →