Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζάφτω

ρήμα
•
  1. παρωχημένορίχνω, χτυπώ, αστράφτω, βαράω, κοπανάω Βικιλεξικό
    • Τότε ο Μενέλας βγάζοντας τη σπάθα, τη σηκώνει / και μιά του ζάφτει εκεί σπαθιά στου κράνου του το γρόμπο. (Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Γ)
  2. παρωχημένοπίνω υπερβολικά (κρασί, αλκοολούχα ποτά) Βικιλεξικό
    • ζάφτει σαν νεροφίδα

Ετυμολογία

ζάφτω < μεσαιωνική ελληνική ζάφτω < ζάφτ(ι) + -ω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →