ζάφτι
•
- προφορικόεπικράτηση, επιβολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζάφτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζάφτι < ζάπτι με αλλαγή τρόπου άρθρωσης [pt] > [ft]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάφτι | ζάφτια |
| Γενική | ζαφτιού | ζαφτιών |
| Αιτιατική | ζάφτι | ζάφτια |
| Κλητική | ζάφτι | ζάφτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →