ζήτηση
•
- οικονομίαη συχνότητα με την οποία οι καταναλωτές ζητούν να αγοράσουν ένα προϊόν Βικιλεξικό
- όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά, τότε η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται
- σπάνιοό,τι ζητιέται Βικιλεξικό
- θα πρέπει να δώσετε την αποζημίωση σε πρώτη ζήτηση
Ετυμολογία
ζήτηση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζήτη(σις) (ψάξιμο) + -ση → δείτε τις λέξεις ζητώ και ζητέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζήτηση | ζητήσεις |
| Γενική | ζήτησης | ζητήσεων |
| Αιτιατική | ζήτηση | ζητήσεις |
| Κλητική | ζήτηση | ζητήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →