πιεστικός
•
- που έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιεστικός < μεσαιωνική ελληνική πιεστικός < αρχαία ελληνική πίεσις· σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pressant ή presseur, ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pressurizer
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιεστικός | πιεστική | πιεστικό |
| Γενική | πιεστικού | πιεστικής | πιεστικού |
| Αιτιατική | πιεστικό | πιεστική | πιεστικό |
| Κλητική | πιεστικέ | πιεστική | πιεστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιεστικοί | πιεστικές | πιεστικά |
| Γενική | πιεστικών | πιεστικών | πιεστικών |
| Αιτιατική | πιεστικούς | πιεστικές | πιεστικά |
| Κλητική | πιεστικοί | πιεστικές | πιεστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →