Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιεστικός

/pi.e.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  6. ουσιαστικοποιημένοπου έχει σχέση με την πίεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιεστικός < μεσαιωνική ελληνική πιεστικός < αρχαία ελληνική πίεσις· σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pressant ή presseur, ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική pressurizer

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιεστικόςπιεστικήπιεστικό
Γενικήπιεστικούπιεστικήςπιεστικού
Αιτιατικήπιεστικόπιεστικήπιεστικό
Κλητικήπιεστικέπιεστικήπιεστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιεστικοίπιεστικέςπιεστικά
Γενικήπιεστικώνπιεστικώνπιεστικών
Αιτιατικήπιεστικούςπιεστικέςπιεστικά
Κλητικήπιεστικοίπιεστικέςπιεστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →