Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαρίφικος

/zaˈɾi.fi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόπου έχει σχέση με ζαρίφη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαρίφικος < ζαρίφης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαρίφικοςζαρίφικηζαρίφικο
Γενικήζαρίφικουζαρίφικηςζαρίφικου
Αιτιατικήζαρίφικοζαρίφικηζαρίφικο
Κλητικήζαρίφικεζαρίφικηζαρίφικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαρίφικοιζαρίφικεςζαρίφικα
Γενικήζαρίφικωνζαρίφικωνζαρίφικων
Αιτιατικήζαρίφικουςζαρίφικεςζαρίφικα
Κλητικήζαρίφικοιζαρίφικεςζαρίφικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →