Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομψός

/komˈpsos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. με επιμελημένη, καλόγουστη εμφάνιση κυρίως στο ντύσιμο Βικιλεξικό
    • «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού (Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017)
  2. γενικότεραπου χαρακτηρίζεται από καλαισθησία Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκης, 2020
  3. μεταφορικάπου συμβαίνει με έμμεσο και διακριτικό τρόπο, αποφεύγοντας να προκληθούν δυσάρεστες εντυπώσεις Βικιλεξικό
    • Δεν ήθελα να την προσβάλω, της το είπα με κομψό τρόπο, απ' έξω απ' έξω.
  4. μεταφορικάκομψό ύφος: γλαφυρό και επιμελημένο, χωρίς πλατειασμούς Βικιλεξικό
    • η θεωρία έχει διατυπωθεί με μια πολύ κομψή εξίσωση

Ετυμολογία

κομψός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κομψός, άβέβαιης προέλευσης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομψόςκομψήκομψό
Γενικήκομψούκομψήςκομψού
Αιτιατικήκομψόκομψήκομψό
Κλητικήκομψέκομψήκομψό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκομψοίκομψέςκομψά
Γενικήκομψώνκομψώνκομψών
Αιτιατικήκομψούςκομψέςκομψά
Κλητικήκομψοίκομψέςκομψά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →