ζαρκαδίσιος
•
- που έχει σχέση με ζαρκάδι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαρκαδίσιος < ζαρκάδ(ι) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαρκαδίσιος | ζαρκαδίσια | ζαρκαδίσιο |
| Γενική | ζαρκαδίσιου | ζαρκαδίσιας | ζαρκαδίσιου |
| Αιτιατική | ζαρκαδίσιο | ζαρκαδίσια | ζαρκαδίσιο |
| Κλητική | ζαρκαδίσιε | ζαρκαδίσια | ζαρκαδίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαρκαδίσιοι | ζαρκαδίσιες | ζαρκαδίσια |
| Γενική | ζαρκαδίσιων | ζαρκαδίσιων | ζαρκαδίσιων |
| Αιτιατική | ζαρκαδίσιους | ζαρκαδίσιες | ζαρκαδίσια |
| Κλητική | ζαρκαδίσιοι | ζαρκαδίσιες | ζαρκαδίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →