Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαρκαδίσιος

/zaɾ.kaˈði.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ζαρκάδι, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαρκαδίσιος < ζαρκάδ(ι) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαρκαδίσιοςζαρκαδίσιαζαρκαδίσιο
Γενικήζαρκαδίσιουζαρκαδίσιαςζαρκαδίσιου
Αιτιατικήζαρκαδίσιοζαρκαδίσιαζαρκαδίσιο
Κλητικήζαρκαδίσιεζαρκαδίσιαζαρκαδίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαρκαδίσιοιζαρκαδίσιεςζαρκαδίσια
Γενικήζαρκαδίσιωνζαρκαδίσιωνζαρκαδίσιων
Αιτιατικήζαρκαδίσιουςζαρκαδίσιεςζαρκαδίσια
Κλητικήζαρκαδίσιοιζαρκαδίσιεςζαρκαδίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →