ζαρκάδι
•
- θηλαστικό ζώοθηλαστικό ζώο του είδους Capreolus capreolus, συγγενές με το ελάφι και με το οποίο μοιάζει, γνωστό για την ταχύτητά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαρκάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζαρκάδι < ζορκάδιον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζορκάς, τύπος του δορκάς. Δείτε και το λήμμα δορκάδα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαρκάδι | ζαρκάδια |
| Γενική | ζαρκαδιού | ζαρκαδιών |
| Αιτιατική | ζαρκάδι | ζαρκάδια |
| Κλητική | ζαρκάδι | ζαρκάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →