Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαχαρένιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φτιάχνεται από ζάχαρη ή είναι πασπαλισμένος μ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπολύ γλυκός Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοζαχαρένια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαχαρένιος < ζάχαρ(η) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαχαρένιοςζαχαρένιαζαχαρένιο
Γενικήζαχαρένιουζαχαρένιαςζαχαρένιου
Αιτιατικήζαχαρένιοζαχαρένιαζαχαρένιο
Κλητικήζαχαρένιεζαχαρένιαζαχαρένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαχαρένιοιζαχαρένιεςζαχαρένια
Γενικήζαχαρένιωνζαχαρένιωνζαχαρένιων
Αιτιατικήζαχαρένιουςζαχαρένιεςζαχαρένια
Κλητικήζαχαρένιοιζαχαρένιεςζαχαρένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →