ζάχαρη
•
- τρόφιμοκρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C₁₂H₂₂Ο₁₁). Παράγεται από ζαχαρότευτλα ή ζαχαροκάλαμα Βικιλεξικό
- Βάλε ακόμα λίγη ζάχαρη στο τσάι.
- στον πληθυντικό: οι ζάχαρες: για κύβους ζάχαρης
- μεταφορικάγλυκύτητα, τρυφερότητα Βικιλεξικό
- Περνούσαν ζάχαρη οι νεόνυμφοι στον μήνα του μέλιτος.
- μεταφορικάπολύ γλυκός, πολύ καλόκαρδος άνθρωπος Βικιλεξικό
- μεταφορικάλεπτεπίλεπτος ή μυγιάγγιχτος άνθρωπος Βικιλεξικό
- Αυτός ο άνθρωπος είναι σαν ζάχαρη.
Ετυμολογία
ζάχαρη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζάχαρη < ζάχαρις < ελληνιστική κοινή σάκχαρις < σάκχαρ < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱorkeh (άμμος, πέτρα). Ζεύγος του σάκχαρο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζάχαρη | ζάχαρες |
| Γενική | ζάχαρης / ζαχάρεως | — |
| Αιτιατική | ζάχαρη | ζάχαρες |
| Κλητική | ζάχαρη | ζάχαρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →