Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζεβζέκης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκόανόητος, χαζούλης, ελαφρόμυαλος, χάχας, χαζοβιόλης, φλύαρος, απεραντολόγος, αυτός που χαζολογάει και τελειωμό δεν έχει Βικιλεξικό
    • Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)
    • Μην τον συνερίζεσαι, ζεβζέκης είναι
  2. λαϊκόκατεργάρης, παιχνιδιάρης, τσαχπίνης, μαργιόλης, σκόπιμα μπαρουφολόγος, Βικιλεξικό
  3. λαϊκόαπείθαρχος, ατίθασος, ξεροκέφαλος, παλαβός, αδικαιολόγητα πεισματάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζεβζέκης < τουρκική zevzek (φλύαρος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζεβζέκηςζεβζέκα / ζεβζέκισσαζεβζέκικο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →