Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζεβζεκιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιότητα του ζεβζέκη η συμπεριφορά που ταιριάζει σε ζεβζέκη Βικιλεξικό
  2. ανοησία, ελαφρομυαλιά Βικιλεξικό
    • Αυτές οι ζεβζεκιές τον φάγανε Ελισώ μου, αυτές τον σκοτώσανε κι όχι το αστροπελέκι και μ' άφησε χήρα και μοναχή μου, κακόχρονο να'χει ο πεζεβένγκης. (Δημήτρης Τσαλίδης, Γιοκ τζάνιμ, εκδ. Νεφέλη, 2005, σελ. 46)
  3. φλυαρία, χαζολόγημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζεβζεκιά < από το οθωμανικό zevzek

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζεβζεκιάζεβζεκιές
Γενικήζεβζεκιάςζεβζεκιών
Αιτιατικήζεβζεκιάζεβζεκιές
Κλητικήζεβζεκιάζεβζεκιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →