ζεματίζω
•
- περιχύνω κάτι με βραστό υγρό ή το βυθίζω σε αυτό Βικιλεξικό
- πρέπει πρώτα να ζεματίσεις τα χόρτα
- προκαλώ έγκαυμα ή κάνω κάποιον να νιώσει κάψιμο Βικιλεξικό
- τον ζεμάτισε ο ατμός
- μεταφορικάπροκαλώ σε κάποιον θλίψη Βικιλεξικό
- με ζεμάτισες με αυτά που είπες!
Ετυμολογία
ζεματίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζεματίζω < αρχαία ελληνική ζέω. Δείτε και ζεματάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζεματίζω | ζεματίζεις | ζεματίζει | ζεματίζουμε | ζεματίζετε | ζεματίζουν / ζεματίζουνε |
| Παρατατικός | ζεμάτιζα | ζεμάτιζες | ζεμάτιζε | ζεματίζαμε | ζεματίζατε | ζεμάτιζαν / ζεματίζαν / ζεματίζανε |
| Αόριστος | ζεμάτισα | ζεμάτισες | ζεμάτισε | ζεματίσαμε | ζεματίσατε | ζεμάτισαν / ζεματίσαν / ζεματίσανε |
| Μέλλοντας | θα ζεματίζω / θα ζεματίσω | θα ζεματίζεις / θα ζεματίσεις | θα ζεματίζει / θα ζεματίσει | θα ζεματίζουμε / θα ζεματίσουμε | θα ζεματίζετε / θα ζεματίσετε | θα ζεματίζουν / θα ζεματίζουνε / θα ζεματίσουν / θα ζεματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζεματίσει | έχεις ζεματίσει | έχει ζεματίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζεματίσει | είχες ζεματίσει | είχε ζεματίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζεματίσει / να ζεματίζω / να ζεματίσω | να έχεις ζεματίσει / να ζεματίζεις / να ζεματίσεις | να έχει ζεματίσει / να ζεματίζει / να ζεματίσει | να ζεματίζουμε / να ζεματίσουμε | να ζεματίζετε / να ζεματίσετε | να ζεματίζουν / να ζεματίζουνε / να ζεματίσουν / να ζεματίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ζεματισμένο / ζεμάτιζε / ζεμάτισε | — | — | ζεματίζετε / ζεματίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζεματίστηκαζεματίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →