ζενίθ
•
- αστρονομίατο υψηλότερο σε σχέση με κάποιον παρατηρητή σημείο ενός ουράνιου σώματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπόγειο μιας πορείας Βικιλεξικό
- Στο ναδίρ το διεθνές εμπόριο, στο ζενίθ οι φόβοι προστατευτισμού (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21/4/2013)
Ετυμολογία
ζενίθ < λόγιο δάνειο από τη γαλλική zénith < ισπανικά cenit ή μεσαιωνική λατινική cenit < αραβική (samtu (a)r-raʾs, διαδρομή πάνω από το κεφάλι). Δείτε και το αζιμούθιο.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →