ναδίρ
•
- αστρονομίατο χαμηλότερο σε σχέση με κάποιον παρατηρητή σημείο ενός ουράνιου σώματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο κατώτατο σημείο Βικιλεξικό
- Στο ναδίρ το διεθνές εμπόριο, στο ζενίθ οι φόβοι προστατευτισμού (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21/4/2013)
Ετυμολογία
ναδίρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική nadir < αραβική (naẓīr, σημασία 'αντίθετος' εννοώντας: αντίθετος του ζενίθ). Δείτε το αντίθετο ζενίθ (samt)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →