ζευγίτης
•
- ζευγάς Βικιλεξικό
- ιστορίαο αρχαίος Αθηναίος που ανήκε στην τάξη των διακοσιομέδιμνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζευγίτης < μεσαιωνική ελληνική ζευγίτης < αρχαία ελληνική ζευγῖται < ζεῦγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζευγίτης | ζευγίτες |
| Γενική | ζευγίτη | ζευγιτών |
| Αιτιατική | ζευγίτη | ζευγίτες |
| Κλητική | ζευγίτη | ζευγίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →