Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζεύγος

/ˈze.vɣos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο συνδυασμός δύο στοιχείων που αποτελούν ένα σύνολο Βικιλεξικό
  2. δύο άνθρωποι που ενώνονται με τα δεσμά του γάμου ή έχουν ερωτικό δεσμό Βικιλεξικό
  3. γλωσσολογίαζευγάρι λέξεων με κοινά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
    • σημασιολογικά ζεύγη
  4. ειδικότεραδιπλότυπες λέξεις ίδιας ετυμολογικής προέλευσης σε μία γλώσσα, που όμως έχουν διαφορετικές ετυμολογικές διαδρομές και εισήλθαν στην γλώσσα σε διαφορετικές στιγμές, συνήθως διότι μία αποτελεί αντιδάνειο· έχει δηλαδή διαφοροποιηθεί μορφολογικά μέσω δανεισμού σε άλλες ξένες γλώσσες ή διαλέκτους της ίδιας γλώσσας πριν γυρίσει πίσω στην γλώσσα προέλευσής της Βικιλεξικό
  5. ειδικότεραδιπλότυπες λέξεις ίδιας ετυμολογικής προέλευσης σε μία γλώσσα, που όμως έχουν διαφορετικές ετυμολογικές διαδρομές και εισήλθαν στην γλώσσα σε διαφορετικές στιγμές, συνήθως διότι μία αποτελεί αντιδάνειο· έχει δηλαδή διαφοροποιηθεί μορφολογικά μέσω δανεισμού σε άλλες ξένες γλώσσες ή διαλέκτους της ίδιας γλώσσας πριν γυρίσει πίσω στην γλώσσα προέλευσής της Βικιλεξικό
  6. ειδικότεραδιπλότυπες λέξεις ίδιας ετυμολογικής προέλευσης σε μία γλώσσα, που όμως έχουν διαφορετικές ετυμολογικές διαδρομές και εισήλθαν στην γλώσσα σε διαφορετικές στιγμές, συνήθως διότι μία αποτελεί αντιδάνειο· έχει δηλαδή διαφοροποιηθεί μορφολογικά μέσω δανεισμού σε άλλες ξένες γλώσσες ή διαλέκτους της ίδιας γλώσσας πριν γυρίσει πίσω στην γλώσσα προέλευσής της Βικιλεξικό
    • γραμματική > γκλάμουρ (αίγλη), μέσω τής αγγλογαλλικής
  7. ειδικότεραδιπλότυπες λέξεις ίδιας ετυμολογικής προέλευσης σε μία γλώσσα, που όμως έχουν διαφορετικές ετυμολογικές διαδρομές και εισήλθαν στην γλώσσα σε διαφορετικές στιγμές, συνήθως διότι μία αποτελεί αντιδάνειο· έχει δηλαδή διαφοροποιηθεί μορφολογικά μέσω δανεισμού σε άλλες ξένες γλώσσες ή διαλέκτους της ίδιας γλώσσας πριν γυρίσει πίσω στην γλώσσα προέλευσής της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζεύγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζεῦγος. Η σημασία «δύο λέξεις ίδιας προέλευσης σε μια γλώσσα» σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική doublet και την γαλλική doublet.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζεύγοςζεύγη
Γενικήζεύγουςζευγών
Αιτιατικήζεύγοςζεύγη
Κλητικήζεύγοςζεύγη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →