Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζεύξη

/ˈzef.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ένωση μεταξύ δύο αντικειμένων ή ακόμα και ζώων, π.χ. για το όργωμα Βικιλεξικό
  2. η σύνδεση δύο οχημάτων ή άλλων μηχανημάτων με σκοπό την παράλληλη λειτουργία τους Βικιλεξικό
  3. η κατασκευή γέφυρας που ενώνει δύο αντίπερα όχθες Βικιλεξικό
    • το έργο της ζεύξης Ρίου - Αντιρρίου ολοκληρώθηκε ταχύτατα
  4. τηλεπικοινωνίεςσυνώνυμο κανάλι Βικιλεξικό
    • γνωστοποιημένη μετάδοση δεδομένων βασικής ζεύξης

Ετυμολογία

ζεύξη < αρχαία ελληνική ζεῦξις < ζεύγνυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζεύξηζεύξεις
Γενικήζεύξηςζεύξεων
Αιτιατικήζεύξηζεύξεις
Κλητικήζεύξηζεύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →