ζεύξη
•
- η ένωση μεταξύ δύο αντικειμένων ή ακόμα και ζώων, π.χ. για το όργωμα Βικιλεξικό
- η σύνδεση δύο οχημάτων ή άλλων μηχανημάτων με σκοπό την παράλληλη λειτουργία τους Βικιλεξικό
- η κατασκευή γέφυρας που ενώνει δύο αντίπερα όχθες Βικιλεξικό
- το έργο της ζεύξης Ρίου - Αντιρρίου ολοκληρώθηκε ταχύτατα
- τηλεπικοινωνίεςσυνώνυμο κανάλι Βικιλεξικό
- γνωστοποιημένη μετάδοση δεδομένων βασικής ζεύξης
Ετυμολογία
ζεύξη < αρχαία ελληνική ζεῦξις < ζεύγνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεύξη | ζεύξεις |
| Γενική | ζεύξης | ζεύξεων |
| Αιτιατική | ζεύξη | ζεύξεις |
| Κλητική | ζεύξη | ζεύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →