ζεύξιμος
•
- που μπορεί να ζευχθεί, που είναι κατάλληλος γι’ αυτό το σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζεύξιμος < ζεύω + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεύξιμος | ζεύξιμη | ζεύξιμο |
| Γενική | ζεύξιμου | ζεύξιμης | ζεύξιμου |
| Αιτιατική | ζεύξιμο | ζεύξιμη | ζεύξιμο |
| Κλητική | ζεύξιμε | ζεύξιμη | ζεύξιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεύξιμοι | ζεύξιμες | ζεύξιμα |
| Γενική | ζεύξιμων | ζεύξιμων | ζεύξιμων |
| Αιτιατική | ζεύξιμους | ζεύξιμες | ζεύξιμα |
| Κλητική | ζεύξιμοι | ζεύξιμες | ζεύξιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →