Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζεύξιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να ζευχθεί, που είναι κατάλληλος γι’ αυτό το σκοπό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζεύξιμος < ζεύω + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζεύξιμοςζεύξιμηζεύξιμο
Γενικήζεύξιμουζεύξιμηςζεύξιμου
Αιτιατικήζεύξιμοζεύξιμηζεύξιμο
Κλητικήζεύξιμεζεύξιμηζεύξιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζεύξιμοιζεύξιμεςζεύξιμα
Γενικήζεύξιμωνζεύξιμωνζεύξιμων
Αιτιατικήζεύξιμουςζεύξιμεςζεύξιμα
Κλητικήζεύξιμοιζεύξιμεςζεύξιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →