ζηλοτυπία
•
- η παθολογική ζήλια για τον/την ερωτικό σύντροφο ή σύζυγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζηλοτυπία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζηλοτυπία < ζηλότυπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζηλοτυπία | ζηλοτυπίες |
| Γενική | ζηλοτυπίας | ζηλοτυπιών |
| Αιτιατική | ζηλοτυπία | ζηλοτυπίες |
| Κλητική | ζηλοτυπία | ζηλοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →