σκηνή
•
- κατασκευή από ύφασμα με εύκαμπτο ή άκαμπτο σκελετό που συναρμολογείται στην ύπαιθρο για να χρησιμεύσει ως πρόχειρο κατάλυμα Βικιλεξικό
- στο θέατροορθογώνια κατασκευή πίσω από την ορχήστρα ενός αρχαίου θέατρου και απέναντι από το κοίλον Βικιλεξικό
- στο θέατρουπερυψωμένη συνήθως κατασκευή μπροστά από την πλατεία ενός σύγχρονου θέατρου, πάνω στην οποία εμφανίζονται οι ηθοποιοί Βικιλεξικό
- στο θέατροτμήμα ενός θεατρικού έργου, υποδιαίρεση του επεισοδίου στο αρχαίο δράμα ή της πράξης στο νεότερο θέατρο· η αλλαγή σκηνής σηματοδοτείται από την είσοδο ή την έξοδο ενός θεατρικού ήρωα Βικιλεξικό
- στο θέατροτμήμα ή απόσπασμα ενός θεατρικού ή κινηματογραφικού ή λογοτεχνικού έργου Βικιλεξικό
- οι πολεμικές σκηνές, η σκηνή του αποχαιρετισμού
- στο θέατροτο σκηνικό μιας παράστασης Βικιλεξικό
- στο θέατρολέξη που περιλαμβάνεται στην ονομασία ενός θεατρικού οργανισμού ή τμήμα ενός ευρύτερου θεατρικού οργανισμού Βικιλεξικό
- η Εθνική Λυρική Σκηνή, η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου
- στο θέατροτο θέατρο γενικότερα Βικιλεξικό
- Ανέβηκε στη σκηνή για πρώτη φορά στα δεκαοχτώ του.
- μεταφορικάένα περιστατικό Βικιλεξικό
- Δύο άτομα πάλευαν μέσα στο δρόμο και οι περαστικοί παρακολουθούσαν τη σκηνή άφωνοι.
- μεταφορικάο τόπος όπου συνέβη ένα περιστατικό Βικιλεξικό
- Η αστυνομία έφτασε στη σκηνή του εγκλήματος.
Ετυμολογία
σκηνή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκηνή :* για τη σημασία «απόσπασμα θεατρικού έργου» και τη μεταφορική σημασία: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική scène < λατινική scaena < αρχαία ελληνική σκηνή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνή | σκηνές |
| Γενική | σκηνής | σκηνών |
| Αιτιατική | σκηνή | σκηνές |
| Κλητική | σκηνή | σκηνές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →