ζορμπαλής
•
- άνθρωπος αυταρχικός, καταπιεστικός, σατράπης, βίαιος, της αυθαιρεσίας και του έτσι θέλω. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζορμπαλής < ζορμπ(άς) + -αλής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζορμπαλής | ζορμπαλήδες |
| Γενική | ζορμπαλή | ζορμπαλήδων |
| Αιτιατική | ζορμπαλή | ζορμπαλήδες |
| Κλητική | ζορμπαλή | ζορμπαλήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →