Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζορμπαλίκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυταρχική και καταπιεστική συμπεριφορά, αυθαιρεσία Βικιλεξικό
    • δυναστεύει τὴν σήμερον ἡ ἀμάθεια, ἡ κακία, ἡ βία, τὸ ζορμπαλίκι, ἡ αὐθάδεια, καί ἡ ἀναισχυντία· ὅταν, λέγω, ὁ δυστυχὴς Ἕλλην, βλέπων ταῦτα, συλλογισθῇ ἐκεῖνα, τότε, φίλε μου, ἡ μελαγχολία μεταβάλλεται εἰς ἀγανάκτησιν καί εἰς ἀπόγνωσιν (Ἀδαμαντίου Κοραῆ Ἐπιστολαὶ πρὸς τὸν Σμύρνης Πρωτοψάλτην, 1838)
    • Κατά τον Τριανταφυλλόπουλο, ο Παπαδιαμάντης δημιουργούσε καινούργιες λέξεις με το ζορμπαλίκι του αυθεντικού γλωσσοπλάστη (Το ΒΗΜΑ, 10/10/2004)
    • Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)

Ετυμολογία

ζορμπαλίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική zorbalık

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζορμπαλίκιζορμπαλίκια
Γενικήζορμπαλικιούζορμπαλικιών
Αιτιατικήζορμπαλίκιζορμπαλίκια
Κλητικήζορμπαλίκιζορμπαλίκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →