Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζουφάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάτι ζουφό, η ιδιότητα του ζοφού Βικιλεξικό
  2. το να είναι κάτι ζουφό, η ιδιότητα του ζοφού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζουφάδα < ζουφός + -άδα < μεσαιωνική ελληνική ζοφός < αρχαία ελληνική σομφός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζουφάδαζουφάδες
Γενικήζουφάδαςζουφάδων
Αιτιατικήζουφάδαζουφάδες
Κλητικήζουφάδαζουφάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →