τζούφιος
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάπου στο εσωτερικό του δεν έχει τίποτα ή αυτό που έχει είναι κούφιο ή ζαρωμένο Βικιλεξικό
- Ποιον να φοβηθώ μωρέ; Εσένα τον loser που παριστάνει το αντράκι; Να σου πω, τα Χανιά δεν είναι Αθήνα να πιάνουν οι τζούφιοι τσαμπουκάδες σου. Κάτω, τους πολύ νταήδες τους υποδεχόμαστε με ζάρπες. Άιντε, γιατί πολύ αέρα πήρες.
Ετυμολογία
τζούφιος < ζούφιος με ηχηροποίηση [z] > [d͡z] < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζοφός < αρχαία ελληνική σομφός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τζούφιος | τζούφια | τζούφιο |
| Γενική | τζούφιου | τζούφιας | τζούφιου |
| Αιτιατική | τζούφιο | τζούφια | τζούφιο |
| Κλητική | τζούφιε | τζούφια | τζούφιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τζούφιοι | τζούφιες | τζούφια |
| Γενική | τζούφιων | τζούφιων | τζούφιων |
| Αιτιατική | τζούφιους | τζούφιες | τζούφια |
| Κλητική | τζούφιοι | τζούφιες | τζούφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →