ζοχαδιάζω
•
- προφορικόεκνευρίζω κάποιον, τον κάνω ν’ αποκτήσει κακή διάθεση Βικιλεξικό
- αμετάβατοέχω κακή διάθεση, είμαι εκνευρισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζοχαδιάζω < ζοχάδα + -ιάζω < μεσαιωνική ελληνική ζοχάδες < (ελληνιστική κοινή) < ἐσοχή < εἰσοχή < αρχαία ελληνική εἰσέχω < ἔχω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζοχαδιάζω | ζοχαδιάζεις | ζοχαδιάζει | ζοχαδιάζουμε | ζοχαδιάζετε | ζοχαδιάζουν / ζοχαδιάζουνε |
| Παρατατικός | ζοχάδιαζα | ζοχάδιαζες | ζοχάδιαζε | ζοχαδιάζαμε | ζοχαδιάζατε | ζοχάδιαζαν / ζοχαδιάζαν / ζοχαδιάζανε |
| Αόριστος | ζοχάδιασα | ζοχάδιασες | ζοχάδιασε | ζοχαδιάσαμε | ζοχαδιάσατε | ζοχάδιασαν / ζοχαδιάσαν / ζοχαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ζοχαδιάζω / θα ζοχαδιάσω | θα ζοχαδιάζεις / θα ζοχαδιάσεις | θα ζοχαδιάζει / θα ζοχαδιάσει | θα ζοχαδιάζουμε / θα ζοχαδιάσουμε | θα ζοχαδιάζετε / θα ζοχαδιάσετε | θα ζοχαδιάζουν / θα ζοχαδιάζουνε / θα ζοχαδιάσουν / θα ζοχαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζοχαδιάσει | έχεις ζοχαδιάσει | έχει ζοχαδιάσει | έχουμε ζοχαδιάσει | έχετε ζοχαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζοχαδιάσει | είχες ζοχαδιάσει | είχε ζοχαδιάσει | είχαμε ζοχαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζω / να ζοχαδιάσω | να έχεις ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζεις / να ζοχαδιάσεις | να έχει ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζει / να ζοχαδιάσει | να έχουμε ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζουμε / να ζοχαδιάσουμε | να έχετε ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζετε / να ζοχαδιάσετε | να ζοχαδιάζουν / να ζοχαδιάζουνε / να ζοχαδιάσουν / να ζοχαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ζοχάδιαζε / ζοχάδιασε | — | — | ζοχαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζοχαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →