Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζοχαδιάζω

ρήμα
•
  1. προφορικόεκνευρίζω κάποιον, τον κάνω ν’ αποκτήσει κακή διάθεση Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοέχω κακή διάθεση, είμαι εκνευρισμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζοχαδιάζω < ζοχάδα + -ιάζω < μεσαιωνική ελληνική ζοχάδες < (ελληνιστική κοινή) < ἐσοχή < εἰσοχή < αρχαία ελληνική εἰσέχω < ἔχω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςζοχαδιάζωζοχαδιάζειςζοχαδιάζειζοχαδιάζουμεζοχαδιάζετεζοχαδιάζουν / ζοχαδιάζουνε
Παρατατικόςζοχάδιαζαζοχάδιαζεςζοχάδιαζεζοχαδιάζαμεζοχαδιάζατεζοχάδιαζαν / ζοχαδιάζαν / ζοχαδιάζανε
Αόριστοςζοχάδιασαζοχάδιασεςζοχάδιασεζοχαδιάσαμεζοχαδιάσατεζοχάδιασαν / ζοχαδιάσαν / ζοχαδιάσανε
Μέλλονταςθα ζοχαδιάζω / θα ζοχαδιάσωθα ζοχαδιάζεις / θα ζοχαδιάσειςθα ζοχαδιάζει / θα ζοχαδιάσειθα ζοχαδιάζουμε / θα ζοχαδιάσουμεθα ζοχαδιάζετε / θα ζοχαδιάσετεθα ζοχαδιάζουν / θα ζοχαδιάζουνε / θα ζοχαδιάσουν / θα ζοχαδιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ζοχαδιάσειέχεις ζοχαδιάσειέχει ζοχαδιάσειέχουμε ζοχαδιάσειέχετε ζοχαδιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ζοχαδιάσειείχες ζοχαδιάσειείχε ζοχαδιάσειείχαμε ζοχαδιάσει——
Υποτακτικήνα έχω ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζω / να ζοχαδιάσωνα έχεις ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζεις / να ζοχαδιάσειςνα έχει ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζει / να ζοχαδιάσεινα έχουμε ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζουμε / να ζοχαδιάσουμενα έχετε ζοχαδιάσει / να ζοχαδιάζετε / να ζοχαδιάσετενα ζοχαδιάζουν / να ζοχαδιάζουνε / να ζοχαδιάσουν / να ζοχαδιάσουνε
Προστακτική—ζοχάδιαζε / ζοχάδιασε——ζοχαδιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ζοχαδιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →