Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζοχαδιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ζοχάδες (αιμορροΐδες) και υποφέρει απ’ αυτές Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάυποχόνδριος, ιδιότροπος Βικιλεξικό
    • Άλλες μορφές ζοχάδας

Ετυμολογία

ζοχαδιακός < ζοχάδα + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζοχαδιακόςζοχαδιακήζοχαδιακό
Γενικήζοχαδιακούζοχαδιακήςζοχαδιακού
Αιτιατικήζοχαδιακόζοχαδιακήζοχαδιακό
Κλητικήζοχαδιακέζοχαδιακήζοχαδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζοχαδιακοίζοχαδιακέςζοχαδιακά
Γενικήζοχαδιακώνζοχαδιακώνζοχαδιακών
Αιτιατικήζοχαδιακούςζοχαδιακέςζοχαδιακά
Κλητικήζοχαδιακοίζοχαδιακέςζοχαδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →