ζυγαριά
•
- όργανο μέτρησης του βάρους (μάζας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζυγαριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζυγαρέα με συνίζηση για αποφυγή της χασμωδίας < αρχαία ελληνική ζυγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζυγαριά | ζυγαριές |
| Γενική | ζυγαριάς | ζυγαριών |
| Αιτιατική | ζυγαριά | ζυγαριές |
| Κλητική | ζυγαριά | ζυγαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →